Για τις περισσότερες μικρές αγορές και ειδικά για την Ελλάδα η επίμαχη οδηγία, εφόσον εφαρμοστεί στην πράξη, αναμένεται να καταφέρει καίριο πλήγμα στους τοπικούς εκδότες καθώς θα προκαλέσει σοβαρές αρυθμίες και δυσλειτουργίες στη χρηματοδότηση των ΜΜΕ από τη διαφήμιση - που είναι και ο πλέον υγιής τρόπος επιβίωσής τους - και φυσικά στο δημοσιογραφικό επάγγελμα, την ελευθεροτυπία, την πολυφωνία και τον πλουραλισμό
 

Όπως ήδη γνωρίζετε, λίγους μήνες πριν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε έναν κανονισμό προκειμένου να επικαιροποιήσει το καθεστώς της προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου (ePrivacy) υπό το φως της υιοθέτησης του γενικού κανονισμού για την προστασία των δεδομένων (GDPR) τον Απρίλιο του 2016.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη παρέλθει η διετής περίοδος χάριτος που παρείχε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις  να προσαρμόσουν τα προϊόντα, τις διαδικασίες και τις υπηρεσίες τους προκειμένου να ανταποκριθούν στους νέους - αυστηρούς - κανόνες του GDPR, ήδη συζητούνται νέοι, δαιδαλώδεις, πρόσθετοι κανόνες για τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση ψηφιακών δεδομένων. Αυτό κατά τη γνώμη μας θα έχει θολές και πάντως αρνητικές προεκτάσεις δεδομένου ότι ο κανονισμός για το GDPR υπερκαλύπτει ήδη όλες τις λεγόμενες "επιγραμμικές" αναγνωριστικές ενδείξεις που παρέχονται από ψηφιακές συσκευές, εφαρμογές, εργαλεία και πρωτόκολλα, όπως διευθύνσεις πρωτοκόλλου Διαδικτύου, cookies ή άλλα αναγνωριστικά στοιχεία που η νέα πρόταση προτίθεται να ρυθμίσει.

Θα πρέπει να σημειώσουμε εξάλλου ότι η επεξεργασία προσωπικών πληροφοριών με σκοπό τη δημιουργία προφίλ συμπεριφοράς του χρήστη ρυθμίζεται επίσης ρητά από το πλαίσιο του GDPR. Πιο συγκεκριμένα, ο κανονισμός ορίζει ότι "προκειμένου να είναι νόμιμη η επεξεργασία, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να υποβάλλονται (προς επεξεργασία) με βάση τη συγκατάθεση του χρήστη ή κάποια άλλη νόμιμη βάση, που προβλέπεται από τον νόμο".

Θεωρούμε λοιπόν ότι κάθε νέα ρύθμιση είναι περιττή και  υπερβολική μιας και τα cookie και άλλα αναγνωριστικά στοιχεία, καθώς και η δημιουργία και επεξεργασία προφίλ συμπεριφοράς, διέπονται πλέον ρητά από τους κανόνες του GDPR. Επομένως, η αναθεώρηση της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αποσκοπεί στην κατάργηση των περιττών κανόνων για τα cookies που ρυθμίζονται ήδη από το GDPR. 

Επιπλέον, ο νέος κανονισμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν πρέπει να απαιτεί την παροχή "εναλλακτικής" βάσης συνδρομής σε περιεχόμενο που υποστηρίζεται από τη διαφήμιση ούτε την εντολή να διατίθεται δωρεάν το περιεχόμενο αυτό. Οποιοσδήποτε μελλοντικός κανονισμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να παρέχει την ελευθερία στους εκδότες που επιχειρούν στην Ευρώπη να καθορίζουν οι ίδιοι το βέλτιστο επιχειρηματικό μοντέλο για το ψηφιακό περιεχόμενο και τις υπηρεσίες που παρέχουν. Αυτό σημαίνει ότι οι κανονισμοί της Ε.Ε. δεν θα πρέπει να θέτουν προσκόμματα στους εκδότες και τελικά να βάζουν εμπόδια στην πρόσβαση στο διαδικτυακό τους περιεχόμενο θέτοντας τον όρο ότι "οι χρήστες δέχονται ότι τα προσωπικά τους δεδομένα θα υποβληθούν σε νόμιμη επεξεργασία για να παραδώσουν διαφήμιση βάσει ενδιαφέροντος σε πλήρη συμμόρφωση με το GDPR".

Τέλος, διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με τη δημιουργία προγραμμάτων περιήγησης στο Διαδίκτυο και ανάπτυξης άλλου διαδικτυακού λογισμικού, υπεύθυνου για τη διαμεσολάβηση μεταξύ publishers (εκδότες) και αναγνωστών και διαφωνούμε κάθετα με την παραδοχή του υπό διαμόρφωση κανονισμού ότι τα προγράμματα περιήγησης εμποδίζουν τις αλληλεπιδράσεις από προεπιλογή, εκτός και εάν οι χρήστες δώσουν εν λευκώ το ελεύθερο σε συγκεκριμένο εκδότη. Έχει τεράστια σημασία οι εκδότες να μπορούν να εμπλέκουν τους αναγνώστες τους σε μια συζήτηση, να παρέχουν προστιθέμενη αξία που προκαλεί η διαφήμιση με βάση τα προσωπικά δεδομένα και να δίνεται στους αναγνώστες η άδεια να συμμετάσχουν στη δραστηριότητα αυτή. Αυτό δεν θα ήταν πλέον εφικτό αν οι υπεύθυνοι πλοήγησης ήταν υπεύθυνοι για τη λήψη συγκατάθεσης.

Είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι η  διαφήμιση συνιστά τη σημαντικότερη ροή εσόδων για τα ευρωπαϊκά διαδικτυακά μέσα, καθώς περισσότερο από το 80% των συνολικών εσόδων προέρχονται από αυτήν. Σε περίπτωση που ο κανονισμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στην ψηφιακή πολιτική εμποδίζει τα ΜΜΕ και τις εταιρείες τεχνολογίας που συνεργάζονται με διαφημιστικές να επεξεργάζονται νομίμως δεδομένα για την αποτελεσματική αποκόμιση των εσόδων από τις υπηρεσίες τους μέσω της διαφήμισης, οι ευρωπαίοι πολίτες θα υποχρεούνται να πληρώνουν για υπηρεσίες ενημέρωσης και ψυχαγωγίας που μέχρι χθες απολάμβαναν δωρεάν. 

Συμπερασματικά οι θέσεις μας συνοψίζονται στα εξής σημεία
 

* Η νομοθεσία για το GDPR έχει ήδη δημιουργήσει ένα νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των cookies. Μετά από τέσσερα χρόνια διαπραγματεύσεων, το GDPR θέσπισε πολλαπλές νομικές βάσεις για την επεξεργασία δεδομένων για τους σκοπούς της ψηφιακής διαφήμισης, κάθε μία από τις οποίες επιχειρεί να εξισορροπήσει τα συμφέροντα των χρηστών. Ως εκ τούτου ο κανονισμός για το ePrivacy δεν θα έπρεπε λογικά να περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα cookies, δεδομένου ότι αυτές ρυθμίζονται πλήρως από το νέο GDPR.  

* Η απαίτηση για συναίνεση του χρήστη θα βλάψει σφόδρα τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ, τους μικρούς ψηφιακούς παίκτες της καινοτομίας, τον πλουραλισμό, την πολυφωνία, τη δημοκρατία και τελικά τους πολίτες καθώς θα δυσχεραίνει τη συλλογή στοιχείων, θα θέτει προσκόμματα στο σερβίρισμα της προσωποποιημένης διαφήμισης και θα απειλεί με αφανισμό τα ψηφιακά ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους. 

Η λύση
 

* Η λύση είναι να ευθυγραμμιστούν οι εξαιρέσεις της πρότασης για την προστασία της ιδιωτικής ζωής με τις διάφορες νομικές βάσεις και αυτά να είναι διαθέσιμα στους υπεύθυνους επεξεργασίας δεδομένων στο πλαίσιο του GDPR. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε διαγράφοντας την απαίτηση συγκατάθεσης στο άρθρο 8 ή δημιουργώντας εξαιρέσεις στο άρθρο αυτό που αντικατοπτρίζουν / ευθυγραμμίζονται πλήρως στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 6 στο GDPR. Τουλάχιστον, η πρόταση πρέπει να διευκρινιστεί ως εξής: Eάν απαιτείται η συναίνεση, οι επιχειρήσεις να έχουν πάντοτε το δικαίωμα να ζητήσουν τη συναίνεση αυτή.

Συμπερασματικά

Η μη ευθυγράμμιση του κανονισμού για την προστασία της ιδιωτικής ζωής με το GDPR με αυτούς τους τρόπους είναι πιθανό

1. να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των μηνυμάτων ενοχλητικής συναίνεσης και συνακόλουθα

2. να υπονομεύσει καθοριστικά τη δυνατότητα των ΜΜΕ να απορροφήσουν διαφημιστικά έσοδα για την παροχή δωρεάν περιεχομένου, ειδήσεις και άλλες υπηρεσίες και να συρρικνώσει αφενός τις θέσεις εργασίας (δημοσιογράφοι, προγραμματιστές, τεχνικοί) και αφετέρου την ποιότητα της ενημέρωσης και τη μέχρι χθες απρόσκοπτη εμπειρία του χρήστη στο Διαδίκτυο.

Για τις περισσότερες μικρές αγορές και ειδικά για την Ελλάδα η επίμαχη οδηγία, εφόσον εφαρμοστεί στην πράξη, αναμένεται να καταφέρει καίριο πλήγμα στους τοπικούς εκδότες καθώς θα προκαλέσει σοβαρές αρυθμίες και δυσλειτουργίες στη χρηματοδότηση των ΜΜΕ από τη διαφήμιση - που είναι και ο πλέον υγιής τρόπος επιβίωσής τους - και φυσικά στο δημοσιογραφικό επάγγελμα, την ελευθεροτυπία, την πολυφωνία και τον πλουραλισμό
 

Όπως ήδη γνωρίζετε, λίγους μήνες πριν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε έναν κανονισμό προκειμένου να επικαιροποιήσει το καθεστώς της προστασίας του ιδιωτικού απορρήτου (ePrivacy) υπό το φως της υιοθέτησης του γενικού κανονισμού για την προστασία των δεδομένων (GDPR) τον Απρίλιο του 2016.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη παρέλθει η διετής περίοδος χάριτος που παρείχε τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις  να προσαρμόσουν τα προϊόντα, τις διαδικασίες και τις υπηρεσίες τους προκειμένου να ανταποκριθούν στους νέους - αυστηρούς - κανόνες του GDPR, ήδη συζητούνται νέοι, δαιδαλώδεις, πρόσθετοι κανόνες για τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση ψηφιακών δεδομένων. Αυτό κατά τη γνώμη μας θα έχει θολές και πάντως αρνητικές προεκτάσεις δεδομένου ότι ο κανονισμός για το GDPR υπερκαλύπτει ήδη όλες τις λεγόμενες "επιγραμμικές" αναγνωριστικές ενδείξεις που παρέχονται από ψηφιακές συσκευές, εφαρμογές, εργαλεία και πρωτόκολλα, όπως διευθύνσεις πρωτοκόλλου Διαδικτύου, cookies ή άλλα αναγνωριστικά στοιχεία που η νέα πρόταση προτίθεται να ρυθμίσει.

Θα πρέπει να σημειώσουμε εξάλλου ότι η επεξεργασία προσωπικών πληροφοριών με σκοπό τη δημιουργία προφίλ συμπεριφοράς του χρήστη ρυθμίζεται επίσης ρητά από το πλαίσιο του GDPR. Πιο συγκεκριμένα, ο κανονισμός ορίζει ότι "προκειμένου να είναι νόμιμη η επεξεργασία, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να υποβάλλονται (προς επεξεργασία) με βάση τη συγκατάθεση του χρήστη ή κάποια άλλη νόμιμη βάση, που προβλέπεται από τον νόμο".

Θεωρούμε λοιπόν ότι κάθε νέα ρύθμιση είναι περιττή και  υπερβολική μιας και τα cookie και άλλα αναγνωριστικά στοιχεία, καθώς και η δημιουργία και επεξεργασία προφίλ συμπεριφοράς, διέπονται πλέον ρητά από τους κανόνες του GDPR. Επομένως, η αναθεώρηση της οδηγίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να αποσκοπεί στην κατάργηση των περιττών κανόνων για τα cookies που ρυθμίζονται ήδη από το GDPR. 

Επιπλέον, ο νέος κανονισμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών δεν πρέπει να απαιτεί την παροχή "εναλλακτικής" βάσης συνδρομής σε περιεχόμενο που υποστηρίζεται από τη διαφήμιση ούτε την εντολή να διατίθεται δωρεάν το περιεχόμενο αυτό. Οποιοσδήποτε μελλοντικός κανονισμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών πρέπει να παρέχει την ελευθερία στους εκδότες που επιχειρούν στην Ευρώπη να καθορίζουν οι ίδιοι το βέλτιστο επιχειρηματικό μοντέλο για το ψηφιακό περιεχόμενο και τις υπηρεσίες που παρέχουν. Αυτό σημαίνει ότι οι κανονισμοί της Ε.Ε. δεν θα πρέπει να θέτουν προσκόμματα στους εκδότες και τελικά να βάζουν εμπόδια στην πρόσβαση στο διαδικτυακό τους περιεχόμενο θέτοντας τον όρο ότι "οι χρήστες δέχονται ότι τα προσωπικά τους δεδομένα θα υποβληθούν σε νόμιμη επεξεργασία για να παραδώσουν διαφήμιση βάσει ενδιαφέροντος σε πλήρη συμμόρφωση με το GDPR".

Τέλος, διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με τη δημιουργία προγραμμάτων περιήγησης στο Διαδίκτυο και ανάπτυξης άλλου διαδικτυακού λογισμικού, υπεύθυνου για τη διαμεσολάβηση μεταξύ publishers (εκδότες) και αναγνωστών και διαφωνούμε κάθετα με την παραδοχή του υπό διαμόρφωση κανονισμού ότι τα προγράμματα περιήγησης εμποδίζουν τις αλληλεπιδράσεις από προεπιλογή, εκτός και εάν οι χρήστες δώσουν εν λευκώ το ελεύθερο σε συγκεκριμένο εκδότη. Έχει τεράστια σημασία οι εκδότες να μπορούν να εμπλέκουν τους αναγνώστες τους σε μια συζήτηση, να παρέχουν προστιθέμενη αξία που προκαλεί η διαφήμιση με βάση τα προσωπικά δεδομένα και να δίνεται στους αναγνώστες η άδεια να συμμετάσχουν στη δραστηριότητα αυτή. Αυτό δεν θα ήταν πλέον εφικτό αν οι υπεύθυνοι πλοήγησης ήταν υπεύθυνοι για τη λήψη συγκατάθεσης.

Είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να τονίσουμε ότι η  διαφήμιση συνιστά τη σημαντικότερη ροή εσόδων για τα ευρωπαϊκά διαδικτυακά μέσα, καθώς περισσότερο από το 80% των συνολικών εσόδων προέρχονται από αυτήν. Σε περίπτωση που ο κανονισμός για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στην ψηφιακή πολιτική εμποδίζει τα ΜΜΕ και τις εταιρείες τεχνολογίας που συνεργάζονται με διαφημιστικές να επεξεργάζονται νομίμως δεδομένα για την αποτελεσματική αποκόμιση των εσόδων από τις υπηρεσίες τους μέσω της διαφήμισης, οι ευρωπαίοι πολίτες θα υποχρεούνται να πληρώνουν για υπηρεσίες ενημέρωσης και ψυχαγωγίας που μέχρι χθες απολάμβαναν δωρεάν. 

Συμπερασματικά οι θέσεις μας συνοψίζονται στα εξής σημεία
 

* Η νομοθεσία για το GDPR έχει ήδη δημιουργήσει ένα νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση των cookies. Μετά από τέσσερα χρόνια διαπραγματεύσεων, το GDPR θέσπισε πολλαπλές νομικές βάσεις για την επεξεργασία δεδομένων για τους σκοπούς της ψηφιακής διαφήμισης, κάθε μία από τις οποίες επιχειρεί να εξισορροπήσει τα συμφέροντα των χρηστών. Ως εκ τούτου ο κανονισμός για το ePrivacy δεν θα έπρεπε λογικά να περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με τα cookies, δεδομένου ότι αυτές ρυθμίζονται πλήρως από το νέο GDPR.  

* Η απαίτηση για συναίνεση του χρήστη θα βλάψει σφόδρα τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ, τους μικρούς ψηφιακούς παίκτες της καινοτομίας, τον πλουραλισμό, την πολυφωνία, τη δημοκρατία και τελικά τους πολίτες καθώς θα δυσχεραίνει τη συλλογή στοιχείων, θα θέτει προσκόμματα στο σερβίρισμα της προσωποποιημένης διαφήμισης και θα απειλεί με αφανισμό τα ψηφιακά ΜΜΕ και τους δημοσιογράφους. 

Η λύση
 

* Η λύση είναι να ευθυγραμμιστούν οι εξαιρέσεις της πρότασης για την προστασία της ιδιωτικής ζωής με τις διάφορες νομικές βάσεις και αυτά να είναι διαθέσιμα στους υπεύθυνους επεξεργασίας δεδομένων στο πλαίσιο του GDPR. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε διαγράφοντας την απαίτηση συγκατάθεσης στο άρθρο 8 ή δημιουργώντας εξαιρέσεις στο άρθρο αυτό που αντικατοπτρίζουν / ευθυγραμμίζονται πλήρως στις σχετικές διατάξεις του άρθρου 6 στο GDPR. Τουλάχιστον, η πρόταση πρέπει να διευκρινιστεί ως εξής: Eάν απαιτείται η συναίνεση, οι επιχειρήσεις να έχουν πάντοτε το δικαίωμα να ζητήσουν τη συναίνεση αυτή.

Συμπερασματικά

Η μη ευθυγράμμιση του κανονισμού για την προστασία της ιδιωτικής ζωής με το GDPR με αυτούς τους τρόπους είναι πιθανό

1. να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των μηνυμάτων ενοχλητικής συναίνεσης και συνακόλουθα

2. να υπονομεύσει καθοριστικά τη δυνατότητα των ΜΜΕ να απορροφήσουν διαφημιστικά έσοδα για την παροχή δωρεάν περιεχομένου, ειδήσεις και άλλες υπηρεσίες και να συρρικνώσει αφενός τις θέσεις εργασίας (δημοσιογράφοι, προγραμματιστές, τεχνικοί) και αφετέρου την ποιότητα της ενημέρωσης και τη μέχρι χθες απρόσκοπτη εμπειρία του χρήστη στο Διαδίκτυο.